Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Συγκοινωνούντα παζάρια: οι εξελίξεις στη ΝΔ, την εποχή του μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ

Των Κώστα Κυριακόπουλου, Νίκου Σκοπλάκη και Πάνου Χριστοδούλου
Σε όλη τη διάρκεια της εβδομάδας που πέρασε, η αλλαγή ηγεσίας στη Νέα Δημοκρατία, με την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη, έγινε αντικείμενο επικοινωνιακής ομοβροντίας από την κυβέρνηση του τρίτου μνημονίου και τους συνεργούς της: κυβέρνηση και Κυριάκος Μητσοτάκης διαχωρίζονται, λέει, με σχίσμα…αβυσσαλέο. Αποκαλύπτεται, έτσι, ακόμα μια φορά η λειτουργία της ξύλινης γλώσσας στο αρχηγικό μόρφωμα, όπως αναδύθηκε μετά την 13η Ιουλίου, απορροφώντας στη δομή της διακυβέρνησής του τον μεταδημοκρατικό ταρτουφισμό, που επενδύει με αριστερόστροφα ρητορικά κουρέλια σκληρά νεοφιλελεύθερα μέτρα, τον στυγνό κυβερνητισμό πάση θυσία (των δυνάμεων της εργασίας), τον τεχνοκρατισμό «εκσυγχρονιστικής» προέλευσης, που τόσο θέλγει ως ήθος και πράξη εξουσίας τον Κυριάκο Μητσοτάκη και το κοινωνικό μπλοκ που τον υποστήριξε.Η κυβέρνηση Τσίπρα, αφού έκανε τα πάντα για να μείνουν ανέπαφοι οι μηχανισμοί της μνημονιακής αστικής στρατηγικής, επανέγραψε πλήρως τους στόχους της στη μεγάλη οικογένεια του «ευρωπαϊκού κεκτημένου», με τις άγρια νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις, την αύξηση ισχύος του αυταρχικού κράτους, τις κερδοφόρες για την άρχουσα τάξη ιδεοληψίες των «νοικοκυρεμένων δημοσιονομικών» μέσα από μονόπλευρη και αιματηρή λιτότητα. Στις καμπές, τις τομές και τις συνέχειες του αμερικανικού και του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, η κυβέρνηση Τσίπρα όχι μόνο έχει εναρμονιστεί με όλα τα υποπροϊόντα από τις νεοφιλελεύθερες εργαλειοθήκες, αλλά με την «ανακεφαλαίωση» των τραπεζών που εφάρμοσε, διεύρυνε στο έπακρο τις θεσμικές δυνατότητες κοινωνικής λεηλασίας εκ μέρους του ληστοπειρατικού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού της ευρωζώνης. Με τα περιφερειακά αεροδρόμια ήδη στη Fraport και την εξυπηρέτηση των «ιδιωτών επενδυτών» με κάθε τίμημα, βγάζει στο σφυρί τον δημόσιο πλούτο ή εξασφαλίζει προνομιακό «ενοικιοστάσιο», έτσι ώστε να μεταβάλλεται και να αυξάνεται ιλιγγιωδώς το ειδικό βάρος του ιδιωτικού σε σχέση με τον καθημαγμένο δημόσιο τομέα. Με το ασφαλιστικό, το φορολογικό και τις δεσμεύσεις για τα εργασιακά, οργανώνει ασφυκτικά την ταξική ιεραρχία και την καταπιεστική πειθαρχία, ώστε η βίαιη προλεταριοποίηση σε ρυθμούς «έκτακτων συνθηκών» να εδραιώνεται σαν αναπόσπαστο τμήμα της συνολικής περιθωριοποίησης των δυνάμεων της εργασίας. Ενώ όλα αυτά συνιστούν δυναμικό χαρακτήρα, το κρεσέντο περί «ρετιρέ» αφενός και η εξωφρενική φάρσα της «ταξικής μεροληψίας» αφετέρου εναρμονίζονται στην όλη επικοινωνιακή ενορχήστρωση, ώστε η πραγματικότητα να καταβυθίζεται σε πολιτικάντικα κλισέ. Διότι αν εξετάσει κανείς το καραβάνι του Αλέξη, θα διαπιστώσει ότι όλες οι καμήλες είναι από το παζάρι του Κυριάκου.

Αφού η ελληνική αστική τάξη πανηγύρισε τον Τσίπρα να προσκομίζει με τεχνοκράτες αλεξιπτωτιστές (ή σκέτους αλεξιπτωτιστές) το ηχηρό ΟΧΙ των καταπιεζόμενων τάξεων στο παζάρι της και να το ακυρώνει, ήταν επόμενο να αναδιοργανωθεί σε ακόμα πιο επιθετική στάση, για να μεγιστοποιήσει το τίμημα: δεν περίμενε κανείς, άλλωστε, ότι θα μπορούσε να αρκεστεί σε κατά καιρούς «κατσαπλιάδες» της συγκυρίας, σε παραγεμίσματα της τελευταίας στιγμής ή δι’ επικολλήσεως…! Εξ αντανακλάσεως, επίσης, το νεοαυριανιστικό νεφέλωμα πέριξ του κυβερνητικού επιτελείου ενίσχυσε την πόλωση ανάμεσα στις διάφορες δεξιές φατρίες, δημιουργώντας, τελικά, δύο «στρατόπεδα»: από τη μια, διαφαινόταν το «κομπολόι» της ψευτομαγκιάς, που αναλίσκεται σε επικοινωνιακές συγκρούσεις και θέαμα, αλλά στην πράξη προσαρτά τη ΝΔ στην κυβερνητική διαχείριση Τσίπρα. Αφετέρου, η ακραία νεοφιλελεύθερη έκφραση της ιδεολογικής αντεπίθεσης, ώστε η δεξιά να αποκτήσει και πολιτικά πρωταγωνιστικό ρόλο, ως αυτοτελής παράταξη, εντός της μνημονιακής στρατηγικής, χωρίς το «φίλτρο» του άρχοντα των play-station και τη σιωπηρή συμπόρευση με την κυβέρνηση. Τα σενάρια περί πιο «συνεννοήσιμου» Μεϊμαράκη συνετέλεσαν στην επικράτηση εκείνης της εκδοχής, που έμοιαζε να κατοχυρώνει την αυτοτέλεια της ΝΔ και να εξαγγέλλει με αξιώσεις την πρωτοκαθεδρία της εντός της μνημονιακής διαχείρισης, εκτείνοντας την ταξική διάσταση που ρευματοδότησε αυτή την επιλογή σε πολιτική τακτική ηγεμονικής ανάκαμψης.

Η εγκόλπωση του δεξιού λαϊκισμού και του βοναπαρτισμού εκ μέρους του κυβερνητικού αρχηγικού κόμματος λειτούργησε μ’ έναν τρόπο έτσι, ώστε ο επιθετικός νεοφιλελευθερισμός του Μητσοτάκη να αυξήσει την εκλογική ελκτικότητα προς συντηρητικά στρώματα, εντάσσοντας ερείσματα δεξιού λαϊκισμού στις συμμαχίες που τον ανέδειξαν. Το παλαιοδεξιό «κομπολόι» της αμυντικής ασυναρτησίας έχασε από τη νεοδεξιά «γραβάτα» του ανυποχώρητου νεοφιλελευθερισμού· η τεχνητή, βουλησιαρχική και από «τα πάνω» κατασκευή των «αντιπάλων», αναπτέρωσε, τελικά, μια τάση, που μετά το δημοψήφισμα έμοιαζε τσακισμένη: congratulations, Alexis!

Ο διαχρονικά αξιόπιστος εκφραστής του ελληνικού καπιταλισμού, Κυριάκος Μητσοτάκης, μέσα από ακροδεξιές συμμαχίες από καιρό «ευρωπαϊστικά» νομιμοποιημένες στο ακροκεντρώο χωνευτήρι, αναγορεύεται πια σε εγγυητή προσανατολισμών και ρόλων, που στοχεύουν να πολλαπλασιάσουν το προϊόν και να ελαχιστοποιήσουν το ρίσκο από την τρίτη μνημονιακή επένδυση. Εφόσον έχει να κάνει με έναν Ιανό του κυβερνητισμού και της «εθνικής συνεννόησης», όπως ο Τσίπρας, είναι λογικό για την άρχουσα τάξη να επενδύσει σε πρόσωπα και σχήματα από την παλαιομνημονιακή «αντιπολίτευση», τα οποία μπορούν να συμβάλουν σε υψηλά διαχειριστικά κέρδη και γρήγορες αποσβέσεις στο κοινωνικό πεδίο. Κοντολογής, εφόσον η κυβέρνηση «Συριζανέλ» αποτελείται από στελέχη διατεθειμένα για κάθε υποχώρηση και αυταρχική νεοφιλελεύθερη εμβάθυνση, ώστε να διατηρούν κρατική νομή, θέσεις και οφίτσια υπό την κηδεμονία του συστήματος, η συμμαχία που ανέδειξε τον Μητσοτάκη τζούνιορ προτίθεται να συμβάλει επιθετικά σε αυτή την κατεύθυνση, πασχίζοντας συγχρόνως να διασφαλίσει πως αυτή θα είναι η διάδοχη κατάσταση, μετά το σάπισμα της «κυβέρνησης των επιτυχιών», παραλαμβάνοντας ένα πανέτοιμο πλαίσιο, φορεμένο ασφυκτικά πάνω στις πιο ριζοσπαστικές κοινωνικές δυνάμεις και στις αριστερές πολιτικές δυνάμεις που επιμένουν να αντιστέκονται, να αποκαλύπτουν και να παρεμβαίνουν.

Για όλα τα παραπάνω, τόσο η κυβέρνηση Τσίπρα όσο και η «αντιπολίτευση» Μητσοτάκη είναι εξίσου, αλλά και διακριτά επικίνδυνες, ομονοώντας στο να πιεί ο λαός μέχρι το τέλος το ποτήρι της εξουθένωσης, του εξαθλιωτικού κατακερματισμού και της υπαγωγής στην απόλυτη πολιτική του περιθωριοποίηση· ομονοούν στις στρατηγικές επιλογές των κυρίαρχων τάξεων στην Ελλάδα, μέσα από όλους τους εξαναγκαστικούς, οικονομικούς και έξω-οικονομικούς, μηχανισμούς ακραίας εκμετάλλευσης, ενάντια στον «λαϊκισμό» και τους «υπερεπαναστάτες». Μόνο διατυπώνοντας τον δικό μας αυτοτελή, ριζοσπαστικό και ταξικό λόγο προς την κοινωνία, μπορούμε να καταδείξουμε ότι «ανταγωνιστικές» είναι μόνο επιμέρους ατομικές φιλοδοξίες και εσωτερικοί συσχετισμοί, σε ομόλογες και παραπληρωματικές διεργασίες υπό τη σκέπη του μνημονιακού «ευρω-κεκτημένου».

Άλλωστε, η «βλακεία» του κάθε Τριανταφυλλίδη, εμπνέει, διόλου τυχαία, την «αριστεία» του κάθε Φορτσάκη: και η μία και η άλλη συμπυκνώνουν τις ίδιες ταξικές επιλογές. Η λογική του «σοφού και συνετού Κέντρου», από την πρώτη κυβέρνηση του Καραμανλή μέχρι την εκλογή του Παυλόπουλου, φεύγει επιθετικά προς τα δεξιά, αναζητώντας μηχανισμούς αντιπροσώπευσης-ενσωμάτωσης, που φιλοδοξούν να διαμορφώσουν ηγεμονική αστική ιδεολογία, στον αντίποδα μιας «εθνικής ομοψυχίας και σωτηρίας» (του κεφαλαίου) υπό την κυβέρνηση Τσίπρα. Και στη συμπύκνωση αυτών των ταξικών επιλογών φιλοδοξεί να έχει το πάνω χέρι με συνεκτικό πολιτικό λόγο, πιέζοντας τους «λαγούς» προς τα δεξιότερα.

Σε αυτή τη συγκυρία, λοιπόν, η υποχρέωση για την ανάπτυξη ενός αριστερού, αντιμνημονιακού, πραγματικά ανταγωνιστικού μετώπου δεν μπορεί να περιμένει άλλο, επί ποινή να συνθλιβούν οι καταπιεζόμενες τάξεις ανάμεσα στη μία ή την άλλη ανασυνταγμένη εκδοχή αυταρχικής νεοφιλελεύθερης διαχείρισης. Κι ας έχουμε υπόψη μας κι αυτό: διαχρονικά η δεξιά κινείται στο κοινωνικό πεδίο χωρίς τους σχετικοποιητικούς «συναισθηματισμούς» και τους διατακτικούς μύθους της αριστεράς. Κρίνοντας και δρώντας με βάση τα πρακτικά αποτελέσματα, κατά έναν τρόπο είναι περισσότερο ίσως υλιστές από την αριστερά , η οποία ρέπει πολλές φορές στην εξωιστορική μεταφυσική και την ψευδεπίγραφη ηθικολογία. Γι’ αυτό τον λόγο, πραγματική και έντονη πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση με τους κυρίαρχους μύθους της δεξιάς και τους μετασχηματισμούς τους, μπορεί να γίνει μόνο με την μαρξιστική αντίληψη. Όχι με όρους αφηρημένα «αριστεράς» και «δεξιάς», αλλά στη βάση της αντίθεσης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και του ανανεωμένου κομμουνιστικού προτάγματος, με όρους μορφών κοινωνικής λειτουργίας, και όχι ως μηχανιστική ρητορική προσέλκυσης ψηφοφόρων: συμπυκνώνοντας, δηλαδή, πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά, τις δικές μας ταξικές επιλογές.

Κώστας Κυριακόπουλος, Νίκος Σκοπλάκης και Πάνος Χριστοδούλου.
πηγη: www.yabasta.gr