Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Κεν Λόουτς: «Θέλησα να διηγηθώ την ιστορία μιας προδομένης επανάστασης»

Ο Ισπανικός εμφύλιος είναι μια ιστορία γεμάτη πάθος, ελπίδες, συμφωνίες και προδοσίες. Έπρεπε να καταγράψουμε αυτή τη σημαντική στιγμή: μια εποχή όπου οι άνθρωποι πήραν στα χέρια τους τη ζωή τους, έτοιμοι ακόμα και να πεθάνουν για ένα ιδανικό. Πρόκειται για μιαν από τις τελευταίες μεγάλες ιδεολογικές σταυροφορίες. 
Το ζήτημα, λοιπόν, σ΄αυτή την ταινία δεν ήταν μόνο ν” ασχοληθούμε με την πολιτική, αλλά και να προκαλέσουμε ανθρώπινα συναισθήματα.Γι αυτό δείχνω μια ομάδα δεκαέξι ανδρών και γυναικών που έρχονται από διαφορετικές χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής να καταταγούν στο διεθνές τμήμα μιας δημοκρατικής πολιτοφυλακής στο μέτωπο, στην Αραγόνα. Άλλοι ανήκουν στο POUM, άλλοι είναι αναρχικοί. Θέλησα να διηγηθώ την ιστορία μιας προδομένης επανάστασης.
Να εξηγήσω με ποιον τρόπο, σε κάθε προσπάθεια αλλαγής, η Αριστερά έθαβε την ελπίδα.
Να δείξω ότι κι αυτή ήταν άλλη μια διαμάχη για την εξουσία, ανάμεσα στους αναρχικούς, τους τροτσκιστές και τους κομμουνιστές. Να επιβεβαιώσω ότι η λαϊκή επανάσταση απέτυχε από λάθος του Κομμουνιστικού Κόμματος και της πολιτικής του Στάλιν, που εκμεταλλεύτηκε τα γεγονότα του 1936 για να κόψει τα κεφάλια του τροτσκιστικού κόμματος.(…)
Υπερασπίζομαι προοδευτικές ιδέες. Νομίζετε ότι ο κόσμος πηγαίνει καλά; Την εποχή εκείνη, στην Ισπανία, οι άνθρωποι έλεγαν: «Θα “ρθει μια μέρα που θα μπορούμε να καλλιεργούμε τη γη μας και να δουλεύουμε στο εργοστάσιο χωρίς να είμαστε σκλάβοι». Σήμερα, το θέμα είναι ν” αποκτήσουμε τον έλεγχο των πρώτων υλών, να ελέγξουμε το κεφάλαιο. Κατασπαταλάμε τον πλούτο της γης με καταστροφικό τρόπο, και το περιβάλλον θα διαλυθεί αν συνεχίσουμε. Αν δεν σταματήσουμε να παράγουμε και να καταναλώνουμε τόσο ξέφρενα, θα καταστρέψουμε τον πλανήτη.
Το μήνυμά μου είναι απλό: ο σοσιαλισμός δεν απέτυχε, αλλά μέλλει να εφαρμοστεί. Έξω από το σταλινισμό υπάρχει ακόμα μια επαναστατική εναλλακτική λύση. Σήμερα, που το κομμουνιστικό μπλοκ έχει καταρρεύσει, αυτό το μάθημα παραμένει πολύτιμο. (…)Χρειάζεται ένας σοβαρός λόγος για να κάνεις μια ταινία που εξελίσεται στο παρελθόν. Ένας λόγος πχ. , είναι να το χρησιμοποιήσεις σαν μάθημα για το παρόν. Αυτό που συνέβη στη διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου, μας δίνει ένα δείγμα της κοινωνίας που θα μπορούσαμε να κτίσουμε σήμερα. Για πρώτη φορά στη Δυτική Ευρώπη ο λαός έπαιρνε την εξουσία στα χέρια του, επέβαλλε την κολεκτιβοποίηση στη γη και την αυτοδιαχείριση στα εργοστάσια.
Η σκηνή όπου αποφασίζουν την κολεκτιβοποίηση της γης, διαδραματίζεται σ” ενα πολύ συγκεκριμένο περιβάλλον, αλλά η συζήτηση ανήκει πάντα στην επικαιρότητα. Ποιος ελέγχει τον πλούτο και τι είναι δημοκρατία; Δημοκρατία είναι να ψηφίζεις κάθε επτά χρόνια; Μ” αυτό τον τρόπο αποφασίζουμε πως παράγουμε, πως εργαζόμαστε;
Ο στόχος μου ήταν να θυμηθούμε αυτή τη στιγμή, και ν” αναλογιστούμε γιατί απέτυχε.
Κεν Λόουτς
Από συνεντεύξεις με αφορμή τη ρετροσπεκτίβα του έργου του Ken Loach που οργάνωσε η Εθνική Ένωση Κινηματογράφων Τέχνης της Γαλλίας, τον Ιούνιο του 1996. 
Μετάφραση:Μαριτίνα Πάσσαρη
Από το βιβλίο για τον Ken Loach του 39ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, εκδόσεις Καστανιώτη
hitandrun 
Η είδηση του θανάτου της τραγουδίστριας Μαρίας Δημητριάδη, ανήμερα του Αϊγιαννιού του 2009, με είχε βρει καθ' οδόν προς Θεσσαλονίκη. Σε ένα βαν μέσα, μαζί με μέλη του συγκροτήματος Wishbone Ash που είχαν τελειώσει τις εμφανίσεις τους στην Αθήνα, στο ''Κύτταρο Live Club'', συνεχίζοντας στη βόρειο Ελλάδα. Θυμάμαι ότι είχα πιάσει τον Martin Turner και του μιλούσα με θλίψη για το χαμό μιας μεγάλης Ελληνίδας ερμηνεύτριας που σίγουρα, σε ένα άλλο σύμπαν, κάλλιστα θα μπορούσε να έχει συμπράξει μαζί τους, στο θρυλικό ''Argus'' του '72. Και τι δε θά'δινα για να άκουγα ένα ''Time was'' αφιερωμένο στη μνήμη της τότε... Ερμηνεύτριες σαν τη Μαρία Δημητριάδη δύσκολα ξαναβγαίνουν, όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό. Φωνή με παλμό και τσαγανό, εκούσια ήττα και μεγαλοπρέπεια, λυγμό του παραμυθιού και τραγικότητα μιας άμεσα παρελθούσας ωραιότητας. Την πρωτοσυνάντησα στις 2 Οκτωβρίου του 2005 στη συναυλία ''Ένα τραγούδι για το Ιράν'' στο θέατρο Βράχων του Βύρωνα. Η, πάντα ευαισθητοποιημένη στα πολιτικά και κοινωνικά, Μαρία Δημητριάδη θα τραγουδούσε υπέρ των καταπιεσμένων γυναικών του Ιράν μαζί με άξιους συναδέλφους της γενιάς της: τον Μανώλη Μητσιά, τη Μαρίζα Κωχ και τη Νένα Βενετσάνου. Ένιωθα ένα δέος που όχι απλά θα την έβλεπα από κοντά, αλλά εν μέρει θα δουλεύαμε μαζί, εφόσον συμμετείχα στη διοργάνωση της συναυλίας. Δύσκολος άνθρωπος έλεγαν οι φήμες του καιρού εκείνου, ειδικά μετά την ηχογράφηση του άλμπουμ της, ''Δον Κιχώτες'' το 2002, με τον Θοδωρή Οικονόμου και τον Παρασκευά Καρασούλο. Καθόταν κάπως παράμερα σα να μην ήθελε πολλά - πολλά με κανέναν, σα να περίμενε απλά τη σειρά της για να βγει να τραγουδήσει και μετά να αποχωρήσει. Δεν ήταν πια η κοπέλα με τα στενά τζιν και τις πουκαμίσες, όπως τη θυμόμουν από τα βινύλια του Θάνου Μικρούτσικου στα 80s και όχι στα 70s. Ήταν μια παχιά ώριμη γυναίκα με κοντά λευκά μαλλιά, ατόφια φελινική φιγούρα που έγραφε στο κούτελο της ''Καλλιτέχνης'' με ''Κ'' κεφαλαίο. Όταν τραγούδησε το περίφημο ''Το φασισμό βαθιά κατάλαβε τον/ δεν θα πεθάνει μόνος, τσάκισε τον'' του Μικρούτσικου και του Λάδη, το θέατρο άρχισε να πάλλεται μολονότι ο κόσμος ήταν λιγοστός, πολύ δε περισσότερο κι όλοι εμείς δεν βρισκόμασταν στη Μεταπολίτευση. Η Δημητριάδη μόλις είχε αποδείξει για μία ακόμη φορά πως ανήκε στη μεγάλη τοιχογραφία της Αντίστασης και μόνο εκεί βρισκόταν η πιο αυθεντική εικόνα της! Μία άλλη εικόνα της, βέβαια, είχε αγαπήσει ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος της έδωσε σε α' εκτέλεση το ''Παιδί από την Κρήτη'', συνεργάστηκε στενά μαζί της σε συναυλίες του και σε σχήματα στην Πλάκα, ενώ το ΄85 αποκατέστησε τον κύκλο τραγουδιών του, ''Για την Ελένη'', με εκείνη ερμηνεύτρια. Λέγεται, μάλιστα, πως ο Χατζιδάκις που ανέκαθεν εκτιμούσε τη φωνή της, αλλά αναζητούσε άνδρα τραγουδιστή για την ''Ελένη'' του, τη συνάντησε ένα βράδυ σε κοινή έξοδο. Το ψιλο-πάνκ λουκ της με κάτι μεγάλα κόκκινα σκουλαρίκια, τον έκανε να πει στην παρέα του: ''Αυτή θα τραγουδήσει τελικά στο δίσκο! Δείτε την, είναι λαϊκή γυναίκα και αερικό ταυτόχρονα''! Και, όντως, η Δημητριάδη έγινε η Ελένη, άλλο ένα σκοτεινό κορίτσι της χατζιδακικής μυθολογίας, σε μία περίοδο που άφηνε πίσω της τα ''Εμπρός σηκωθείτε'' και εισερχόταν στα μυστήρια του ροκ, του λυρισμού και της μητρότητας. Αρκετά χρόνια μετά, όταν ο Γιώργος Λιάνης ανακοίνωνε σε συνέντευξη Τύπου τα ονόματα των καλλιτεχνών του φεστιβάλ του στις Πρέσπες, κάποιοι θυμούνται μέχρι σήμερα τη Μαρία Δημητριάδη να αποχωρεί σε έξαλλη κατάσταση: ''Να πάνε στο διάολο! Όλο οι ίδιοι κι οι ίδιοι...'' Ποια; Αυτή που ουδέποτε εντάχθηκε στο λεγόμενο star system, που υπηρέτησε το κοινό όφελος με την τέχνη της και που σε μια δεδομένη στιγμή, πολύ απλά, την έπνιξε το κακό και τ' άδικο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της η Δημητριάδη τραγούδησε νεότερους καλλιτέχνες. Υπάρχουν σωσμένα ραδιοφωνικά ντοκουμέντα με τη φωνή της σε κομμάτια των ροκ συγκροτημάτων Τρύπες και Υπόγεια Ρεύματα. Ποιος θα τολμούσε να διαφωνήσει πως το εύθραυστο κορίτσι της ''Άναμπελ'' του Ξαρχάκου, δε θα μπορούσε να είναι και η πρωταγωνίστρια μιας διανυκτερεύουσας όπερας που παίζει δια βίου η Ζυράννα; (κι όποιος τό'χει, τό'χει)... Θυμάμαι, τέλος, τα λόγια του τραγουδιστή Παντελή Θεοχαρίδη που είχε την τύχη να τραγουδήσει μαζί της στην τελευταία εμφάνιση της στη Θεσσαλονίκη, στη μουσική σκηνή ''Βάρδια'' το 2002: ''Η Δημητριάδη με έκανε να αναθεωρήσω τη σχέση μου με το λαϊκό τραγούδι και θα της το χρωστώ πάντοτε''! Άψογη στις πρόβες και στη σκηνή και εξαιρετικά γενναιόδωρη με νέα παιδιά που έβλεπε ότι ήταν του ''φυράματός'' της, τον είχε προτρέψει να μοιραστούν τα τραγούδια της ''Ελένης'' του Χατζιδάκι. Ερμηνεύτριες σαν τη Μαρία Δημητριάδη δύσκολα ξαναβγαίνουν, όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό. Φωνή με παλμό και τσαγανό, εκούσια ήττα και μεγαλοπρέπεια, λυγμό του παραμυθιού και τραγικότητα μιας άμεσα παρελθούσας ωραιότητας. Την πιο ''επιτυχημένη'' γνώμη - περιγραφή για τη Μαρία Δημητριάδη κατέγραψα από τον συνθέτη Μιχάλη Τρανουδάκη, που ηχογράφησε μαζί της τη ''Μυθολογία του Σαββάτου'' στον Σείριο: Έμπειρη μουσικά κι ευήκοη στις οδηγίες -έλεγε ο Χατζιδάκις ότι μόνο οι μεγάλοι τραγουδιστές ακούν αυτό που τους λες-, ωστόσο απόμακρη, σαν να' κανε κάτι που δεν ήταν δικό της. Όπως στην Ελένη που ακούς το δίσκο και δεν έχει αθωότητα, πόθο, χαμόγελο, πουτανιά, δεν ξέρει να χαϊδεύει, δεν έχει, πώς να το πω σεμνά, καταλαβαίνεις... Είναι η Ρόζα Λούξεμπουργκ που διαβάζει τις Μέρες του 1903. Πηγή: www.lifo.gr
Η είδηση του θανάτου της τραγουδίστριας Μαρίας Δημητριάδη, ανήμερα του Αϊγιαννιού του 2009, με είχε βρει καθ' οδόν προς Θεσσαλονίκη. Σε ένα βαν μέσα, μαζί με μέλη του συγκροτήματος Wishbone Ash που είχαν τελειώσει τις εμφανίσεις τους στην Αθήνα, στο ''Κύτταρο Live Club'', συνεχίζοντας στη βόρειο Ελλάδα. Θυμάμαι ότι είχα πιάσει τον Martin Turner και του μιλούσα με θλίψη για το χαμό μιας μεγάλης Ελληνίδας ερμηνεύτριας που σίγουρα, σε ένα άλλο σύμπαν, κάλλιστα θα μπορούσε να έχει συμπράξει μαζί τους, στο θρυλικό ''Argus'' του '72. Και τι δε θά'δινα για να άκουγα ένα ''Time was'' αφιερωμένο στη μνήμη της τότε... Ερμηνεύτριες σαν τη Μαρία Δημητριάδη δύσκολα ξαναβγαίνουν, όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό. Φωνή με παλμό και τσαγανό, εκούσια ήττα και μεγαλοπρέπεια, λυγμό του παραμυθιού και τραγικότητα μιας άμεσα παρελθούσας ωραιότητας. Την πρωτοσυνάντησα στις 2 Οκτωβρίου του 2005 στη συναυλία ''Ένα τραγούδι για το Ιράν'' στο θέατρο Βράχων του Βύρωνα. Η, πάντα ευαισθητοποιημένη στα πολιτικά και κοινωνικά, Μαρία Δημητριάδη θα τραγουδούσε υπέρ των καταπιεσμένων γυναικών του Ιράν μαζί με άξιους συναδέλφους της γενιάς της: τον Μανώλη Μητσιά, τη Μαρίζα Κωχ και τη Νένα Βενετσάνου. Ένιωθα ένα δέος που όχι απλά θα την έβλεπα από κοντά, αλλά εν μέρει θα δουλεύαμε μαζί, εφόσον συμμετείχα στη διοργάνωση της συναυλίας. Δύσκολος άνθρωπος έλεγαν οι φήμες του καιρού εκείνου, ειδικά μετά την ηχογράφηση του άλμπουμ της, ''Δον Κιχώτες'' το 2002, με τον Θοδωρή Οικονόμου και τον Παρασκευά Καρασούλο. Καθόταν κάπως παράμερα σα να μην ήθελε πολλά - πολλά με κανέναν, σα να περίμενε απλά τη σειρά της για να βγει να τραγουδήσει και μετά να αποχωρήσει. Δεν ήταν πια η κοπέλα με τα στενά τζιν και τις πουκαμίσες, όπως τη θυμόμουν από τα βινύλια του Θάνου Μικρούτσικου στα 80s και όχι στα 70s. Ήταν μια παχιά ώριμη γυναίκα με κοντά λευκά μαλλιά, ατόφια φελινική φιγούρα που έγραφε στο κούτελο της ''Καλλιτέχνης'' με ''Κ'' κεφαλαίο. Όταν τραγούδησε το περίφημο ''Το φασισμό βαθιά κατάλαβε τον/ δεν θα πεθάνει μόνος, τσάκισε τον'' του Μικρούτσικου και του Λάδη, το θέατρο άρχισε να πάλλεται μολονότι ο κόσμος ήταν λιγοστός, πολύ δε περισσότερο κι όλοι εμείς δεν βρισκόμασταν στη Μεταπολίτευση. Η Δημητριάδη μόλις είχε αποδείξει για μία ακόμη φορά πως ανήκε στη μεγάλη τοιχογραφία της Αντίστασης και μόνο εκεί βρισκόταν η πιο αυθεντική εικόνα της! Μία άλλη εικόνα της, βέβαια, είχε αγαπήσει ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος της έδωσε σε α' εκτέλεση το ''Παιδί από την Κρήτη'', συνεργάστηκε στενά μαζί της σε συναυλίες του και σε σχήματα στην Πλάκα, ενώ το ΄85 αποκατέστησε τον κύκλο τραγουδιών του, ''Για την Ελένη'', με εκείνη ερμηνεύτρια. Λέγεται, μάλιστα, πως ο Χατζιδάκις που ανέκαθεν εκτιμούσε τη φωνή της, αλλά αναζητούσε άνδρα τραγουδιστή για την ''Ελένη'' του, τη συνάντησε ένα βράδυ σε κοινή έξοδο. Το ψιλο-πάνκ λουκ της με κάτι μεγάλα κόκκινα σκουλαρίκια, τον έκανε να πει στην παρέα του: ''Αυτή θα τραγουδήσει τελικά στο δίσκο! Δείτε την, είναι λαϊκή γυναίκα και αερικό ταυτόχρονα''! Και, όντως, η Δημητριάδη έγινε η Ελένη, άλλο ένα σκοτεινό κορίτσι της χατζιδακικής μυθολογίας, σε μία περίοδο που άφηνε πίσω της τα ''Εμπρός σηκωθείτε'' και εισερχόταν στα μυστήρια του ροκ, του λυρισμού και της μητρότητας. Αρκετά χρόνια μετά, όταν ο Γιώργος Λιάνης ανακοίνωνε σε συνέντευξη Τύπου τα ονόματα των καλλιτεχνών του φεστιβάλ του στις Πρέσπες, κάποιοι θυμούνται μέχρι σήμερα τη Μαρία Δημητριάδη να αποχωρεί σε έξαλλη κατάσταση: ''Να πάνε στο διάολο! Όλο οι ίδιοι κι οι ίδιοι...'' Ποια; Αυτή που ουδέποτε εντάχθηκε στο λεγόμενο star system, που υπηρέτησε το κοινό όφελος με την τέχνη της και που σε μια δεδομένη στιγμή, πολύ απλά, την έπνιξε το κακό και τ' άδικο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της η Δημητριάδη τραγούδησε νεότερους καλλιτέχνες. Υπάρχουν σωσμένα ραδιοφωνικά ντοκουμέντα με τη φωνή της σε κομμάτια των ροκ συγκροτημάτων Τρύπες και Υπόγεια Ρεύματα. Ποιος θα τολμούσε να διαφωνήσει πως το εύθραυστο κορίτσι της ''Άναμπελ'' του Ξαρχάκου, δε θα μπορούσε να είναι και η πρωταγωνίστρια μιας διανυκτερεύουσας όπερας που παίζει δια βίου η Ζυράννα; (κι όποιος τό'χει, τό'χει)... Θυμάμαι, τέλος, τα λόγια του τραγουδιστή Παντελή Θεοχαρίδη που είχε την τύχη να τραγουδήσει μαζί της στην τελευταία εμφάνιση της στη Θεσσαλονίκη, στη μουσική σκηνή ''Βάρδια'' το 2002: ''Η Δημητριάδη με έκανε να αναθεωρήσω τη σχέση μου με το λαϊκό τραγούδι και θα της το χρωστώ πάντοτε''! Άψογη στις πρόβες και στη σκηνή και εξαιρετικά γενναιόδωρη με νέα παιδιά που έβλεπε ότι ήταν του ''φυράματός'' της, τον είχε προτρέψει να μοιραστούν τα τραγούδια της ''Ελένης'' του Χατζιδάκι. Ερμηνεύτριες σαν τη Μαρία Δημητριάδη δύσκολα ξαναβγαίνουν, όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό. Φωνή με παλμό και τσαγανό, εκούσια ήττα και μεγαλοπρέπεια, λυγμό του παραμυθιού και τραγικότητα μιας άμεσα παρελθούσας ωραιότητας. Την πιο ''επιτυχημένη'' γνώμη - περιγραφή για τη Μαρία Δημητριάδη κατέγραψα από τον συνθέτη Μιχάλη Τρανουδάκη, που ηχογράφησε μαζί της τη ''Μυθολογία του Σαββάτου'' στον Σείριο: Έμπειρη μουσικά κι ευήκοη στις οδηγίες -έλεγε ο Χατζιδάκις ότι μόνο οι μεγάλοι τραγουδιστές ακούν αυτό που τους λες-, ωστόσο απόμακρη, σαν να' κανε κάτι που δεν ήταν δικό της. Όπως στην Ελένη που ακούς το δίσκο και δεν έχει αθωότητα, πόθο, χαμόγελο, πουτανιά, δεν ξέρει να χαϊδεύει, δεν έχει, πώς να το πω σεμνά, καταλαβαίνεις... Είναι η Ρόζα Λούξεμπουργκ που διαβάζει τις Μέρες του 1903. Πηγή: www.lifo.gr