Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Το πρόγραμμά μας και η επικαιρότητα του σοσιαλισμού.

Του Ηλία Ιωακείμογλου
Ο σοσιαλισμός είναι σήμερα επίκαιρος: είναι το μοναδικό σχέδιο εξόδου από την κρίση που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις, δηλαδή οι εργαζόμενες τάξεις, οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι, τα φτωχά κοινωνικά στρώματα, και οι πολιτικές, συνδικαλιστικές και ιδεολογικές οργανώσεις τους, για να απαντήσουν στην κρίση ηγεμονίας της αστικής τάξης. Εάν αυτό πράγματι ισχύει και εάν μπορούμε να συμφωνήσουμε σε αυτό, το πρόγραμμά μας οφείλουμε να το χτίσουμε επάνω σε αυτήν τη βάση, της επικαιρότητας του σοσιαλισμού.

Πότε η αστι­κή ηγε­μο­νία κιν­δυ­νεύ­ει
Όταν ο Μαρξ και ο Έν­γκελς δη­μο­σί­ευ­σαν το Κο­μου­νι­στι­κό Μα­νι­φέ­στο, είχε πα­ρέλ­θει πε­ρί­που μισός αιώ­νας τα­χύρ­ρυθ­μης κα­πι­τα­λι­στι­κής βιο­μη­χα­νι­κής ανά­πτυ­ξης, γι­γα­ντιαί­ας συσ­σώ­ρευ­σης κε­φα­λαί­ου και τε­χνο­λο­γι­κής και­νο­το­μί­ας, αλλά η κα­τά­στα­ση της ερ­γα­τι­κής τάξης πα­ρέ­με­νε άθλια. Σε αυτό το ση­μείο, ο Μαρξ θε­ώ­ρη­σε ότι η βα­σι­κή, δο­μι­κή αδυ­να­μία του κα­πι­τα­λι­σμού είχε ανα­δυ­θεί: η θε­α­μα­τι­κή βιο­μη­χα­νι­κή και τε­χνο­λο­γι­κή πρό­ο­δος και οι ιστο­ρι­κά πρω­το­φα­νείς ρυθ­μοί με­γέ­θυν­σης της πα­ρα­γω­γής εμπο­ρευ­μά­των πραγ­μα­το­ποιού­νται με ταυ­τό­χρο­νη συσ­σώ­ρευ­ση πλού­του στον έναν πόλο της κοι­νω­νί­ας, εκεί που βρί­σκο­νται οι κά­το­χοι κε­φα­λαί­ου, και συσ­σώ­ρευ­ση φτώ­χειας στον άλλο πόλο, εκεί όπου βρί­σκο­νται όσοι κα­τέ­χουν μόνο την ικα­νό­τη­τά τους προς ερ­γα­σία (την ερ­γα­σια­κή τους δύ­να­μη).
Θε­ώ­ρη­σε ότι αυτή η εκρη­κτι­κή κοι­νω­νι­κή πό­λω­ση θέτει τις βά­σεις για την πο­λι­τι­κή χρε­ο­κο­πία του κα­πι­τα­λι­σμού, για τον εξής λόγο: «Η αστι­κή τάξη είναι ανί­κα­νη να δια­τη­ρή­σει για πολύ τη θέση της κυ­ρί­αρ­χης τάξης (…) επει­δή είναι ανί­κα­νη να εξα­σφα­λί­σει στους δού­λους της την ύπαρ­ξή τους, ακόμη και μέσα στην ίδια τους τη δου­λεία». Όπως θα λέ­γα­με με ση­με­ρι­νούς όρους, η αστι­κή τάξη δεν μπο­ρεί να δια­τη­ρή­σει την ηγε­τι­κή της θέση στην κοι­νω­νία, η ηγε­μο­νία της βρί­σκε­ται σε κρίση, επει­δή το δικό της ιδιο­τε­λές συμ­φέ­ρον έρ­χε­ται σε ευ­θεία αντί­θε­ση με τη συ­ντή­ρη­ση και την ανα­πα­ρα­γω­γή των κυ­ριαρ­χού­με­νων κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων.

Η επι­στρο­φή του αχα­λί­νω­του κα­πι­τα­λι­σμού
Το ερ­γα­τι­κό, σο­σια­λι­στι­κό και κο­μου­νι­στι­κό κί­νη­μα της Δυ­τι­κής Ευ­ρώ­πης στοι­χη­μά­τι­σαν, αμέ­σως μετά τον Πό­λε­μο, ότι το σύ­στη­μα μπο­ρού­σε να με­τα­σχη­μα­τι­στεί, να εξαν­θρω­πι­στεί, να δια­τη­ρή­σει τον πα­ρα­γω­γι­κό δυ­να­μι­σμό του απο­βάλ­λο­ντας όμως τη μα­κρο­χρό­νια τάση του να αυ­ξά­νει τις ανι­σό­τη­τες των ει­σο­δη­μά­των κε­φα­λαί­ου και ερ­γα­σί­ας. Στοι­χη­μά­τι­σαν ότι μπο­ρεί να στα­μα­τή­σει να συσ­σω­ρεύ­ει πλού­το για τους κα­τό­χους κε­φα­λαί­ου και φτώ­χεια για τους κα­τό­χους ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης ‒ και μά­λι­στα στοι­χη­μά­τι­σαν ότι μπο­ρού­σε να ανα­πτύσ­σε­ται με τα­χείς ρυθ­μούς ακρι­βώς επει­δή θα είχε αρ­νη­θεί το αμαρ­τω­λό πα­ρελ­θόν της αν­θρω­πο­φα­γί­ας του, ακρι­βώς επει­δή θα του είχε επι­βλη­θεί να μην αυ­ξά­νει τις ανι­σό­τη­τες. Το στοί­χη­μα φαι­νό­ταν κερ­δι­σμέ­νο για τις δυ­νά­μεις της ερ­γα­σί­ας για τριά­ντα ολό­κλη­ρα χρό­νια, ας πούμε κατά προ­σέγ­γι­ση από το δεύ­τε­ρο μισό της δε­κα­ε­τί­ας του 1940 έως το δεύ­τε­ρο μισό της δε­κα­ε­τί­ας του 1970. Τριά­ντα χρό­νια ήταν αρ­κε­τά για να πι­στέ­ψουν οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ότι ο κα­πι­τα­λι­σμός είχε αλ­λά­ξει ορι­στι­κά και αμε­τά­κλη­τα ‒ με δυο λόγια, ότι είχε με­ταλ­λα­χθεί χάρη στο κοι­νω­νι­κό κρά­τος, τη στα­θε­ρό­τη­τα στη δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος με­τα­ξύ κε­φα­λαί­ου και ερ­γα­σί­ας, τη στα­θε­ρό­τη­τα ή τη μεί­ω­ση των ανι­σο­τή­των, τη μα­ζι­κή πα­ρα­γω­γή σε σύ­ζευ­ξη με τη μα­ζι­κή κα­τα­νά­λω­ση των μι­σθω­τών, όλα αυτά τα οποία συ­γκρο­τού­σαν ένα θαύμα που έμοια­ζε ότι θα διαρ­κέ­σει χίλια χρό­νια. Κοι­τά­ζο­ντας προς τα πίσω, γνω­ρί­ζου­με τώρα ότι οι έκτα­κτες συν­θή­κες της με­τα­πο­λε­μι­κής πε­ριό­δου που επι­βλή­θη­καν στον κα­πι­τα­λι­σμό, και μόνον αυτές, μπο­ρούν να εξη­γή­σουν την πα­ρέκ­κλι­σή του από την αυ­θε­ντι­κή του φύση ‒ που αυτή πα­ρέ­με­νε αναλ­λοί­ω­τη κάτω από τους πε­ριο­ρι­σμούς που της είχαν επι­βλη­θεί από τις δυ­νά­μεις της ερ­γα­σί­ας.

Ύστε­ρα από τριά­ντα πέντε χρό­νια βαθ­μιαί­ας πλην όμως συ­νε­πούς απο­δό­μη­σης του με­τα­πο­λε­μι­κού κοι­νω­νι­κού κρά­τους, από την πρώτη κυ­βέρ­νη­ση Θά­τσερ μέχρι σή­με­ρα, οι δυ­νά­μεις του κε­φα­λαί­ου πραγ­μα­το­ποιούν στη διάρ­κεια της κρί­σης την τε­λευ­ταία επί­θε­ση για να κλεί­σουν μέσα σε μια ιστο­ρι­κή πα­ρέν­θε­ση το κοι­νω­νι­κό κρά­τος, τη μεί­ω­ση των ανι­σο­τή­των, την αυ­ξα­νό­με­νη αγο­ρα­στι­κή δύ­να­μη των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων, όχι μόνο το μαρ­ξι­σμό αλλά και τον κεϊν­σια­νι­σμό, την ίδια την αστι­κή δη­μο­κρα­τία, που τε­λι­κά απο­δεί­χθη­κε ότι ήταν ένα επι­κίν­δυ­νο παι­χνί­δι για τους επι­κυ­ρί­αρ­χους. Γνω­ρί­ζου­με τώρα ότι ο κε­φα­λαιο­κρα­τι­κός τρό­πος πα­ρα­γω­γής ρέπει ακα­τά­παυ­στα στην αύ­ξη­ση των ανι­σο­τή­των, στην πό­λω­ση πλού­του και φτώ­χειας, και ότι μόνο εξω­τε­ρι­κοί πα­ρά­γο­ντες, που σπά­νιες ιστο­ρι­κές συν­θή­κες εν­δέ­χε­ται να συ­γκε­ντρώ­σουν, μπο­ρούν να ανα­τρέ­ψουν αυτήν την ακα­τα­νί­κη­τη τάση. Τέ­τοιες σπά­νιες συν­θή­κες όμως δεν υπάρ­χουν σή­με­ρα. Ο κα­πι­τα­λι­σμός στέ­κε­ται και πάλι απέ­να­ντί μας ως η δύ­να­μη του γυ­μνού χρή­μα­τος, του αχα­λί­νω­του κε­φα­λαί­ου που απαι­τεί αν­θρω­πο­θυ­σί­ες για να συ­ντη­ρη­θεί, να ανα­πα­ρα­χθεί και να διο­γκω­θεί ως αξία που αξιο­ποιεί τον ίδιο της τον εαυτό.

Η επι­και­ρό­τη­τα του σο­σια­λι­σμού
Αυτά μας φέρ­νουν σε μια συ­γκυ­ρία όπου προ­κύ­πτουν τα ίδια ερω­τή­μα­τα που έθετε ο Μαρξ στο Κο­μου­νι­στι­κό Μα­νι­φέ­στο. Διότι τώρα ισχύ­ει ότι η άρ­χου­σα τάξη δεν μπο­ρεί, ούτε και θέλει, να δια­σφα­λί­σει τους όρους της κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής, δεν μπο­ρεί να δια­σφα­λί­σει την ανα­πα­ρα­γω­γή των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων επει­δή αυτό έρ­χε­ται σε ευ­θεία αντί­θε­ση με το ιδιο­τε­λές της συμ­φέ­ρον. Είναι ανί­κα­νη να εξα­σφα­λί­σει στις ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις την ύπαρ­ξή τους, ακόμη και μέσα στην ίδια τους την υπο­τα­γή στον κα­πι­τα­λι­σμό ‒ και για το λόγο αυτόν η ηγε­τι­κή της θέση στην κοι­νω­νία τί­θε­ται εκ των πραγ­μά­των σε αμ­φι­σβή­τη­ση. Από την έναρ­ξη της κρί­σης, το 2008, η κρίση ηγε­μο­νί­ας της αστι­κής τάξης είναι ανοι­χτή.

Η συ­γκυ­ρία αυτή σχε­τί­ζε­ται με το γε­γο­νός ότι τώρα, σε αντί­θε­ση με αυτό που συ­νέ­βη στις δύο προη­γού­με­νες με­γά­λες κρί­σεις του κα­πι­τα­λι­σμού, στον 20ό αιώνα, η αστι­κή τάξη δεν δια­θέ­τει κα­νέ­να σχέ­διο εξό­δου από την κρίση. Στη διάρ­κεια της δε­κα­ε­τί­ας του 1930 ανα­δύ­θη­κε η με­γά­λη εναλ­λα­κτι­κή λύση του κεϊν­σια­νι­σμού και της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κής δια­χεί­ρι­σης, ενώ στη δε­κα­ε­τία του 1970 ο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός άρ­πα­ξε την ευ­και­ρία για να ηγε­μο­νεύ­σει. Σή­με­ρα, κα­νέ­να τέ­τοιο με­γά­λο σχέ­διο εξό­δου από την κρίση δεν έχει ανα­δυ­θεί, και η άρ­χου­σα τάξη αφή­νε­ται στις αυ­θόρ­μη­τες ορέ­ξεις της, προ­σπα­θεί να αλ­λά­ξει ρι­ζι­κά το συ­σχε­τι­σμό δυ­νά­με­ων κε­φα­λαί­ου-ερ­γα­σί­ας, να αυ­ξή­σει τα κέρδη της αφή­νο­ντας στην τύχη της τη συ­ντή­ρη­ση και την ανα­πα­ρα­γω­γή των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων, να απο­διαρ­θρώ­σει το κοι­νω­νι­κό κρά­τος.

Αυτό γί­νε­ται με τους εξής τρό­πους: Με την ανα­δια­νο­μή του ει­σο­δή­μα­τος, τη φο­ρο­λο­γι­κή πο­λι­τι­κή και την απο­διάρ­θρω­ση του κοι­νω­νι­κού κρά­τους ιδιο­ποιεί­ται ένα αυ­ξα­νό­με­νο με­ρί­διο από την αξία που πα­ρά­γου­με κάθε χρο­νιά. Με τη δια­χεί­ρι­ση του δη­μό­σιου χρέ­ους δε­σμεύ­ει για λο­γα­ρια­σμό της ένα με­γά­λο μέρος της μελ­λο­ντι­κής μας ερ­γα­σί­ας. Με τη δια­χεί­ρι­ση του ιδιω­τι­κού χρέ­ους υφαρ­πά­ζει ένα με­γά­λο μέρος από την πα­ρελ­θού­σα ερ­γα­σία μας που έχει απο­κρυ­σταλ­λω­θεί στα πε­ριου­σια­κά στοι­χεία των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων.

Πα­ρού­σα, μελ­λο­ντι­κή και πα­ρελ­θού­σα ερ­γα­σία έχουν τεθεί στη διά­θε­ση της άρ­χου­σας τάξης προ­κει­μέ­νου να δια­σω­θεί το υπερ­συσ­σω­ρευ­μέ­νο κε­φά­λαιο, το κε­φά­λαιο που δεν μπο­ρεί να αξιο­ποι­η­θεί, που πλε­ο­νά­ζει αλλά απαι­τεί επί­μο­να και πάση θυσία την αμοι­βή του. Η αστι­κή τάξη έχει συσ­σω­ρεύ­σει υπερ­βο­λι­κά πολύ κε­φά­λαιο σε σχέση με τον προ­ϊ­όν που πραγ­μα­το­ποιεί­ται με αυτό το κε­φά­λαιο. Έχει δη­λα­δή θε­με­λιώ­σει μια υπερ­βο­λι­κά με­γά­λη απαί­τη­ση επί του προ­ϊ­ό­ντος, τόσο με­γά­λη, ώστε είναι αδύ­να­το με τις υπάρ­χου­σες συν­θή­κες να ικα­νο­ποι­η­θεί. Η προ­σπά­θεια λοι­πόν της τάξης και της εξου­σί­ας των κε­φα­λαιο­κρα­τών να λύ­σουν την κρίση συ­νί­στα­ται στην ανα­δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος μέσω μιας πο­λι­τι­κής που δε­σμεύ­ει για λο­γα­ρια­σμό του κε­φα­λαί­ου ένα αυ­ξα­νό­με­νο με­ρί­διο από το δικό μας ει­σό­δη­μα, από τη δική μας ερ­γα­σία, την πα­ρού­σα, την πα­ρελ­θού­σα και τη μελ­λο­ντι­κή. Αυτή όμως η πο­λι­τι­κή είναι ακρι­βώς εκεί­νη που κα­θι­στά την αστι­κή τάξη «ανί­κα­νη να δια­τη­ρή­σει για πολύ τη θέση της κυ­ρί­αρ­χης τάξης επει­δή είναι ανί­κα­νη να εξα­σφα­λί­σει στους δού­λους της την ύπαρ­ξή τους, ακόμη και μέσα στην ίδια τους τη δου­λεία», με τα λόγια του Μαρξ.

Η κρίση ηγε­μο­νί­ας της αστι­κής τάξης είναι ανοι­χτή σε όλες τις χώρες του ευ­ρω­παϊ­κού κα­πι­τα­λι­σμού, και κάνει την εμ­φά­νι­σή της αλλού πε­ρισ­σό­τε­ρο όπως στο Νότο, αλλού λι­γό­τε­ρο όπως στον ευ­ρω­παϊ­κό Βορρά. Κα­νέ­να πρό­γραμ­μα αρι­στε­ρού πο­λι­τι­κού κόμ­μα­τος, ορ­γά­νω­σης κ.λπ. δεν μπο­ρεί να μην οι­κο­δο­μεί τη λο­γι­κή του και τις προ­τά­σεις του επί αυτού του βα­σι­κού γε­γο­νό­τος της κα­πι­τα­λι­στι­κής κρί­σης.
Ο σο­σια­λι­σμός είναι επί­και­ρος ως το μο­να­δι­κό σχέ­διο εξό­δου από την κρίση που δια­θέ­τουν οι υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τά­ξεις, δη­λα­δή οι ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις, οι άνερ­γοι, οι συ­ντα­ξιού­χοι, τα φτωχά κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα, και οι πο­λι­τι­κές, συν­δι­κα­λι­στι­κές και ιδε­ο­λο­γι­κές ορ­γα­νώ­σεις τους, για να απα­ντή­σουν στην ηγε­μο­νι­κή κρίση της αστι­κής τάξης.

Πηγή: rproject.gr